Ανοιχτή γραμμή για τα νερά, το περιβάλλον, τη Γεωργία στη Θεσσαλία

Πλήρης οικολογική καταστροφή χωρίς ενίσχυση από Αχελώο

«Η θέση μας είναι ότι οι προαναφερθέντες στόχοι του ΣΔΛΑΠ, ειδικά με τη διατήρηση των τεράστιων καταναλώσεων για τα 2,5 εκατ. στρ., ΔΕΝ μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ενίσχυση από τον Αχελώο, γι’ αυτό και είμαστε αντίθετοι στην «απένταξη» των έργων αυτών από το ΣΔΛΑΠ του 2017.


…Κατά την άποψή μας, στα επόμενα χρόνια η συσσώρευση υδατικών ελλειμμάτων διαρκώς θα αυξάνεται και πολλά υδατικά οικοσυστήματα, όπως ήδη εντοπίζουν οι επιστήμονες του ΣΔΛΑΠ, θα έχουν οδηγηθεί σε κατάρρευση και οικολογική καταστροφή!
Συνεπώς η απόφαση για ενίσχυση ή όχι του ΥΔΘ πρέπει να ληφθεί ΑΜΕΣΑ».
Αυτό υποστηρίζει η Ε.Δ.Υ.ΘΕ., διευκρινίζοντας ότι τα έργα εκτροπής του άνω ρου του Αχελώου, αλληλοσυμπληρώνονται και υπηρετούν από κοινού τους βασικούς στόχους του Σχεδίου Διαχείρισης των νερών της λεκάνης Πηνειού. Πιο συγκεκριμένα:

ΕΡΩΤΗΣΗ «ΕτΔ»:
Στον διάλογο που αναπτύσσεται γύρω από το υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας καταγράφονται απόψεις που ουσιαστικά αντιπαραθέτουν την υλοποίηση των κατευθύνσεων που καταγράφει το Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (γνωστό ως ΣΔΛΑΠ) του Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας (ΥΔΘ) με τα έργα «Εκτροπής Αχελώου» (Ε.Αχ.), θέτοντας επιπλέον το ερώτημα «Ποιο είναι το ζήτημα; Η επίλυση του υδατικού προβλήματος ή η εκτροπή Αχελώου;» (δες και πρόσφατο άρθρο κ. Β. Κορκίζογλου – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 11/3/2022).
Ποια είναι η άποψή σας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ Ε.Δ.Υ.ΘΕ.:
1. Η εφαρμογή των κατευθύνσεων του ΣΔΛΑΠ για το ΥΔΘ είναι μία θέση κοινά αποδεκτή από όλους τους πολίτες, τους φορείς και τις οργανώσεις της Θεσσαλίας [εξάλλου οι κατευθύνσεις αυτές, όπως και τα έργα με τις δράσεις – μέτρα που καταγράφονται στο ΣΔΛΑΠ, αποτελούν ουσιαστικά το συμπύκνωμα όλων των επιστημονικών, τεχνικών και πολιτικών προτάσεων των θεσσαλικών (και όχι μόνο) οργανώσεων κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια].
Συνεπώς, η εφαρμογή του ΣΔΛΑΠ είναι εκ των  ων ουκ άνευ.
Από την πλευρά μας εξειδικεύουμε αυτές τις κατευθύνσεις και επισημαίνουμε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότητα αυτού του εν πολλοίς θεωρητικού σχεδίου.
Ειδικότερα προτείνουμε την εκπόνηση και θεσμική αποδοχή ενός εφαρμοστικού πλάνου (masterplan) που θα προσδιορίζει λεπτομερώς τα έργα, τις δράσεις και πολιτικές, θα θέτει προτεραιότητες με ορθολογικά (και όχι πελατειακά ή άλλα) κριτήρια, θα προσεγγίζει με ακρίβεια τους προϋπολογισμούς και τις πηγές χρηματοδότησης και φυσικά θα ορίζει δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα.
Επιπλέον επιμένουμε στην άλλη βασική προϋπόθεση, δηλαδή την ενίσχυση του διοικητικού μηχανισμού διαχείρισης υδάτων στο ΥΔΘ, με ταυτόχρονη αναμόρφωση του ξεπερασμένου θεσμικού πλαισίου (π.χ. δημιουργία φορέα διαχείρισης στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών).
Χωρίς αυτές τις δύο προϋποθέσεις, η εφαρμογή του ΣΔΛΑΠ θα παραμένει σε επίπεδο θεωρητικής συζήτησης…
2. Σε ό,τι αφορά τα έργα Ε.Αχ., η ιδέα της ενίσχυσης του υδατικού δυναμικού του ΥΔΘ από τον Αχελώο έρχεται από παλιά, ενώ παράλληλα τα έργα αυτά κατασκευάστηκαν εν μέρει (παραμένουν ημιτελή) από το 1985!
Η ενίσχυση – μεταφορά προς το ΥΔΘ προφανώς δεν ταυτίζεται με την επίλυση του υδατικού προβλήματος (η οποία προϋποθέτει επίσης όλα όσα προαναφέραμε), ούτε αποτελεί μία «εναλλακτική» λύση σε σχέση με τα έργα/δράσεις του ΣΔΛΑΠ του ΥΔΘ.
Το αντίθετο, τα δύο αυτά αλληλοσυμπληρώνονται και «υπηρετούν» από κοινού τους βασικούς στόχους του ΣΔΛΑΠ, δηλαδή την εφαρμογή γενικά ενός συστήματος βιώσιμης διαχείρισης υδάτων στο πλαίσιο της Οδηγίας 60/2000 και της αντίστοιχης Ελληνικής νομοθεσίας, την εξασφάλιση αποθεμάτων απέναντι στους κινδύνους ξηρασίας/ερημοποίησης, την αποκατάσταση υπόγειων (κυρίως), αλλά και επιφανειακών οικοσυστημάτων (ποτάμια) που εδώ και χρόνια υποβαθμίζονται, και τέλος την ανταπόκριση στις ανάγκες του πρωτογενή τομέα (που έχουν δημιουργηθεί ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000) και είναι αποδεκτές από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, την αυτοδιοίκηση και τις οργανώσεις των παραγωγών (δηλαδή διατήρηση αρδευομένων εκτάσεων στα επίπεδα των 2.500.000 στρεμμάτων, όπως προβλέπεται στο ΣΔΛΑΠ με έτος αναφοράς το 2007).
Η θέση μας είναι ότι οι προαναφερθέντες στόχοι του ΣΔΛΑΠ, ειδικά με τη διατήρηση των τεράστιων καταναλώσεων για τα 2,5 εκατ. στρ., ΔΕΝ μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ενίσχυση από τον Αχελώο, γι’ αυτό και είμαστε αντίθετοι στην «απένταξη» των έργων αυτών από το ΣΔΛΑΠ του 2017.
Όμως όποια άποψη και εάν έχει κάποιος στο θέμα της ενίσχυσης (ή όχι), ούτε η φύση ούτε οι ανάγκες στήριξης του αγροδιατροφικού τομέα μας επιτρέπουν να «δοκιμάσουμε» κατά τα επόμενα 20 – 30 χρόνια (τόσο αναμένεται, υπό τις καλύτερες οικονομικές κ.ά. προϋποθέσεις να υλοποιηθούν όλα τα προτεινόμενα έργα και να επιτευχθεί η εξοικονόμηση των 185 εκατ. κυβικών μέτρων νερού που προβλέπονται στο ΣΔΛΑΠ), εάν θα πετύχει ή όχι το σχέδιο αυτό χωρίς την ενίσχυση.
Κατά την άποψή μας, στα επόμενα χρόνια η συσσώρευση υδατικών ελλειμμάτων διαρκώς αυξάνεται και πολλά υδατικά οικοσυστήματα, όπως ήδη εντοπίζουν οι επιστήμονες του ΣΔΛΑΠ, θα έχουν οδηγηθεί σε κατάρρευση και οικολογική καταστροφή!
Συνεπώς η απόφαση για ενίσχυση ή όχι του ΥΔΘ πρέπει να ληφθεί ΑΜΕΣΑ.
Εξάλλου και τα έργα Αχελώου, εγκαταλελειμμένα ήδη εδώ και δώδεκα χρόνια, αποκλείεται να παραμένουν εσαεί στη σημερινή τους κατάσταση (οικολογική καταστροφή στο ποτάμιο οικοσύστημα Αχελώου, κίνδυνοι καταστροφών από πλημμύρες κ.λπ.), εν αναμονή του αποτελέσματος εφαρμογής του ΣΔΛΑΠ (2017).
Συνοπτικά, εάν τα έργα Ε.Αχ. μας χρειάζονται, τα ολοκληρώνουμε και τα αξιοποιούμε πολλαπλώς (αρδευτική χρήση, ηλεκτροπαραγωγή, οικολογικά αποθέματα).
Εάν κριθεί ότι δεν τα χρειαζόμαστε (το απευχόμαστε), τότε παρέλκει η συνέχιση και ολοκλήρωσή τους, οπότε τα κατεδαφίζουμε πάραυτα για να μη δημιουργούν πρόσθετα περιβαλλοντικά κ.λπ. προβλήματα.
[Σημείωση: Ειδικά για τις λανθασμένες εντυπώσεις που καλλιεργούνται σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΣτΕ, τις δεσμεύσεις που δημιουργούν οι αποφάσεις του και τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις οφείλουν να αξιολογήσουν τις «επιταγές» του ΣτΕ, παραπέμπουμε σε δημοσιευμένα κείμενα του «Όμηρου» ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 1/2, 8/2, 15/2, 22/2 & 1/3/2022, αλλά θα επανέλθουμε και με κάποια άλλη αφορμή).

Για την Ε.Δ.Υ.ΘΕ.:
Κώστας Γκούμας,
Τάσος Μπαρμπούτης

Φωτοβολταϊκά συστήματα και γεωργία: Ανταγωνιστές ή συνεργάτες;

Γράφει ο Χρ. Τσαντήλας*

Η γεωργία και ο αγροδιατροφικός τομέας γενικότερα καταναλώνουν και ταυτόχρονα παράγουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας, που υπολογίζεται ότι προκαλούν το 1/3 περίπου των συνολικών εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ) παγκοσμίως. Παράλληλα η γεωργία είναι ο τομέας που μπορεί να εξασφαλίσει την επισιτιστική επάρκεια στον πλανήτη, η οποία δεν βρίσκεται σε ικανοποιητικά επίπεδα, δεδομένου ότι το 2019 το 9% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού υπέφερε από πείνα, το 20% του πληθυσμού της Αφρικής υποσιτιζόταν, 690 εκατ. ανθρώπων πεινούσαν και το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε κάτω από επισιτιστική ανασφάλεια, σύμφωνα με στοιχεία του FAO. Επομένως ενέργεια και γεωργία είναι δύο κρίσιμοι παράγοντες για την εξασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας και επακόλουθα της ανθρώπινης ζωής στον πλανήτη και η σχέση τους πρέπει να συγκεντρώνει το σοβαρό ενδιαφέρον των αρμοδίων. Στο άρθρο αυτό θα αναλυθεί σε συντομία η σχέση αυτών των παραγόντων, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι στενή και πολλές φορές φαίνεται να είναι ανταγωνιστική.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της γεωργικής παραγωγής είναι η γεωργική γη, η οποία σύμφωνα με τα δεδομένα του FAO μειώνεται συνεχώς. Την τελευταία 20ετία η γεωργική γη και οι δασικές εκτάσεις μειώθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο κατά 78 και 90 εκατ. εκτάρια αντίστοιχα. Στην Ελλάδα η μείωση αυτή κατά την τελευταία 20ετία εκτιμάται σε περίπου μισό εκατ. στρ. Αναφέρεται επίσης ότι η μισή περίπου γεωργική γη καλλιεργείται με σιτηρά, το 40% των οποίων παράγεται στη Ρωσία και την Ουκρανία, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, λόγω των όσων διαδραματίζονται αυτές τις ημέρες στις χώρες αυτές. Σε αυτό πρέπει να λαμβάνεται σταθερά υπόψη η ραγδαία αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού με ρυθμούς 250.000 ανά ημέρα, ο οποίος σύμφωνα με εκτιμήσεις ερευνητών το 2100 θα είναι 12 δισεκατομμύρια. Από τα παραπάνω γίνεται σαφέστατη η σημασία της γεωργίας και της γεωργικής γης για την εξασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας και της επιβίωσης του ανθρώπου, αλλά και της εξέλιξης της περιβαλλοντικής κρίσης.
Η βιωσιμότητα λοιπόν της γεωργίας είναι από τα πρώτιστα ζητούμενα στον πλανήτη και επομένως, η ορθή διαχείριση των παραγόντων που την επηρεάζουν, πρέπει να συγκεντρώνει τη φροντίδα των αρμόδιων φορέων. Η βιωσιμότητα όμως της γεωργίας προϋποθέτει την οικονομική βιωσιμότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, η οποία σχετίζεται καθοριστικά με το κόστος παραγωγής, το μέρος του οποίου οφείλεται στην ενέργεια αυξήθηκε έντονα λόγω της ενεργειακής κρίσης. Ως παράδειγμα για το πώς διαμορφώνεται στην πραγματικότητα η κατάσταση σχετικά με την επίδραση της αύξησης της ενέργειας στη γεωργική παραγωγή, αναφέρεται η περίπτωση καλλιέργειας βαμβακιού στη Θεσσαλία. Σύμφωνα λοιπόν με τα ισχύοντα σήμερα, η αύξηση του κόστους παραγωγής του βαμβακιού στη Θεσσαλία που οφείλεται μόνο στην αύξηση της τιμής της ενέργειας και της τιμής των λιπασμάτων, θα είναι από το 2021 στο 2022 45% περίπου, σύμφωνα με υπολογισμούς συστηματικού βαμβακοπαραγωγού της περιοχής.
Ως μία σοβαρή εναλλακτική λύση στην αντιμετώπιση του ενεργειακού προβλήματος στη γεωργία, προβάλλεται η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ιδιαίτερα της ηλιακής ενέργειας, η οποία γίνεται κυρίως μέσω της ανάπτυξης φωτοβολταϊκών συστημάτων (ΦΒΣ), τα οποία μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική. Η ποσότητα της ενέργειας που παράγεται σήμερα από την πηγή αυτή, είναι η τρίτη στον κόσμο, την υδροηλεκτρική και την ενέργεια από τον άνεμο. Οι εφαρμογές της ηλιακής ενέργειας στη γεωργία μπορούν να καλύψουν σημαντικές ανάγκες της γεωργικής παραγωγής, όπως η ξήρανση των προϊόντων και της βιομάζας, η θέρμανση των γεωργικών εγκαταστάσεων, η άντληση του υπόγειου νερού για άρδευση, η θέρμανση θερμοκηπίων, αντικαθιστώντας αντίστοιχες ποσότητες καυσίμων ή ηλεκτρικής ενέργειας. Επειδή όμως η εγκατάσταση των ΦΒΣ συνεπάγεται κάλυψη γεωργικής γης, η οποία αφαιρείται από την παραγωγή, η διερεύνηση των συνεπειών αυτής της επίπτωσης από την εξάπλωση των ΦΒΣ θεωρείται απαραίτητη, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, στην οποία το μικρό μέγεθος του γεωργικού κλήρου (μ.ό. περίπου 50 στρ.), αποτελεί μία βασική αδυναμία της γεωργίας. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ, μέχρι το 2030 θα πρέπει τα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν ότι το 32% της κατανάλωσης της συνολικής ενέργειας θα προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στόχος που θα επιτευχθεί μέσω των ρυθμίσεων του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Αρμόδια αρχή για την έγκριση των αδειών δημιουργίας ΑΠΕ είναι η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ).
Σε ό,τι αφορά τις θέσεις, στις οποίες επιτρέπεται η εγκατάσταση των ΑΠΕ, αυτές καθορίζονται από την ΚΥΑ 49828/3-12-2008, η οποία ορίζει ότι η εγκατάσταση των συστημάτων εκμετάλλευσης της ηλιακής ενέργειας (ΦΒΣ) πρέπει να γίνεται σε «περιοχές που είναι άγονες ή δεν είναι υψηλής παραγωγικότητας και κατά προτίμηση αθέατες από πολυσύχναστους χώρους, και με δυνατότητες διασύνδεσης με το Δίκτυο ή το Σύστημα». Αυτό όμως με πλειάδα νομοθετικών ρυθμίσεων που ακολούθησαν, δεν τηρείται και στην ουσία έχει απελευθερωθεί σχεδόν πλήρως η αλλαγή χρήσης της γεωργικής γης και η εγκατάσταση ΦΒΣ, με αποτέλεσμα μεγάλες εκτάσεις να αφαιρούνται από τη γεωργική παραγωγή και να διατίθενται για παραγωγή ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΡΑΕ στο τέλος του 2020 είχαν υποβληθεί αιτήσεις που αντιστοιχούσαν σε αδειοδότηση παραγωγής 36.000 MW, από τις οποίες εγκρίθηκαν αιτήσεις για παραγωγή 22.888 MW. Η γεωγραφική κατανομή των αιτήσεων εκτείνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα, όπως φαίνεται στην εικόνα.
Χωρίς να είναι δυνατή η ακριβής εκτίμηση των γεωργικών εκτάσεων που άλλαξαν χρήση, δεδομένου ότι δεν παρέχονται εύκολα σχετικά στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές (ΡΑΕ, Περιφέρειες), φαίνεται ότι αυτές είναι πολύ μεγάλες. Αυτό έγινε αισθητό στις περιφέρειες, στις οποίες άρχισαν να εκδηλώνονται αντιδράσεις από οργανώσεις αγροτών, τις αιρετές περιφέρειες και πολιτικούς παράγοντες ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, που ζητούν να αναχαιτισθεί αυτή η έντονη τάση εγκρίσεων αλλαγής χρήσης της αγροτικής γης για την εγκατάσταση ΦΒΣ. Φαίνεται λοιπόν πως με την ακολουθούμενη πολιτική στη χώρα μας δύο πολύ σημαντικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, δηλαδή η γεωργική παραγωγή και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να είναι φαινομενικά σε ανταγωνιστική σχέση, δημιουργώντας διλήμματα ως προς την ακολουθητέα πολιτική. Είναι όμως τα διλήμματα αυτά πραγματικά και δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή που να ικανοποιεί και τις δύο ορθές και πολύ ωφέλιμες πρακτικές; Η απάντηση βέβαια είναι αρνητική και ότι μπορούν να ικανοποιηθούν και οι δύο αυτές επιλογές, εάν υιοθετηθούν ορθές κατάλληλες πολιτικές, με βάση τις παρακάτω προτάσεις:
* Αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου με βάση τα οριζόμενα στο σύνταγμα της χώρας.
* Αξιοποίηση των ΑΠΕ και ιδιαίτερα της ηλιακής ενέργειας με τα ΦΒΣ, αλλά με στόχο την υποστήριξη του γεωργικού τομέα, που μπορεί να επιτευχθεί με τις παρακάτω προϋποθέσεις:
* Η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας μέσω των ΦΒΣ να γίνεται πρωτίστως για τις ανάγκες των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (ξήρανση παραγωγής, θέρμανση θερμοκηπίων, άρδευση κ.λπ.).
* Δημιουργία ειδικού χωροταξικού σχεδίου με πρόβλεψη η εγκατάσταση των ΦΒΣ, όταν δεν γίνεται για την εξυπηρέτηση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, να γίνεται σε εκτάσεις με πολύ χαμηλή ή/και μηδενική γεωργική αξία, οι οποίες καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις στη χώρα μας.

*Ο Χρίστος Τσαντήλας είναι γεωπόνος, δρ. Εδαφολογίας, ερευνητής, πρ. διευθυντής Ινστιτούτου Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ.
(e-mail: christotsadilas@gmail.com).